Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

7. Οι απόκρηες με την τσιγγάνικη στολή


Το σχολείο μου είναι από τα καλύτερα στην πόλη μου.  Όταν πρωτοπήγα εκεί, ήταν σχεδόν καινούργιο, με πολλές αυλές και αίθουσα τελετών (αλλά όχι και μνημοσύνων!! )... 

Το σχολείο μου

Είναι αλήθεια ότι όταν ήμουν στις μικρές τάξεις έπρεπε να διασχίζω αρκετά μέτρα για να φθάσω. Συνήθως έκανα αυτήν την απόσταση είκοσι λεπτά και με την βαρειά μου τσάντα, αυτό δεν ήτανε καθόλου περίεργο, και στον γυρισμό άλλα τόσα.  Η απόσταση ήταν σχεδόν ευθεία και μόνον στο τέλος είχε μια μικρή ανηφόρα, λίγο πριν φθάσω στα σκαλιά του σχολείου μου.

Εκείνες τις απόκρηες, λοιπόν, αυτή η απόσταση μου φάνηκε τεράστια... 
Αποκρηάτικο πάρτυ του ... ου Δημοτικού Σχολείου

Γενικώς, ήμουν παιδί με θάρρος και πολύ θράσος, αλλά εκείνο το πρωινό φορούσα μία στολή,  που σαν κι αυτή δεν υπήρχε άλλη πουθενά, και ντρεπόμουνα  τόσο.  Ήταν η στολή της τσιγγάνας, που την είχε φτιάξει η μητέρα μου με ό,τι υλικά είχαμε στο σπίτι.. 
 
 
Στολή τσιγγάνας


 Μια πρόχειρη φούστα παρδαλή και φαρδιά, ένα πουκάμισο, κι αυτό παρδαλό κι ένα μαντήλι στο κεφάλι.  Μου είχε βάψει και το πρόσωπο κι όλας, δεν φορούσα και μάσκα,

 
Όχι ακριβώς έτσι!!!


 και ήμουν μια τέλεια τσιγγάνα, μόνον που τότε, δεν το γνώριζα.  Είπαμε, εγώ κι ο κόσμος μου!!!! 

Προχωρούσα, λοιπόν,  με σκυμμένο το κεφάλι από την ντροπή.  Τι  θα πουν όταν με δουν οι συμμαθήτριές μου και οι φίλοι μου;;... Πω πω!! ...  Χάλια!! 

Καθώς πλησίαζα στο σχολείο και στην ανηφόρα, η αγωνία μου είχε κορυφωθεί.  Από την μία, επιτέλους, έφθανα στον προορισμό μου, αλλά, από την άλλη τι θα γινότανε στο σχολείο;... 

Ώσπου έφτασα στην αρχή της ανηφόρας.  Εκεί υπήρχε ένα μαγαζί που πουλούσε κάδρα και από πάνω από το μαγαζί ήτανε το σπίτι του καταστηματάρχη.  

Πωλούνται κάδρα...


Για να μην τα πολυλογώ,  η κυρία του μαγαζιού, ήτανε στο μπαλκόνι της και κοιτούσε προς τα κάτω, και με είδε.  Εγώ δεν την είδα.  Είπαμε, το κεφάλι μου το είχα σκυμμένο.  Και τότε απ' τον "ουρανό" ακούστηκε μια φωνή.  Έτσι φαντάστηκα, γιατί δεν την περίμενα αυτήν την φωνή, εν τούτοις, ήτανε από την κυρία, που στεκότανε στο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου:  

Το μπαλκόνι του 1ου ορόφου

-Καλέ, τι όμορφη που είσαι;   Έλα, μην ντρέπεσαι, είσαι πολύ ωραία.  Πήγαινε στο σχολείο!!!

Και μ΄ αυτήν την "ουράνια" φωνή, εγώ πήρα θάρρος.  Σήκωσα τα μάτια μου και  κοίταξα κατακόκκινη την κυρία που επέμενε να προχωρήσω και... προχώρησα.  Είναι γεγονός ότι ήθελα να γυρίσω πίσω, στο σπίτι μου!!!

 Τελικά, εκείνες οι απόκρηες είχαν πολλή επιτυχία. 

 
Γαϊτανάκι


 Ήμουν όμορφη...και η στολή που έφτιαξε η μαννούλα μου, ακόμα ομορφότερη.... 

Ήμουνα τυχερή, αν και στον κόσμο μου!!!


 Lamprini Tolmi...










Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

6. 28η Οκτωβρίου 1940... αφιερωμένο στο νέο φιλικό μπλογκ sxolikes...ataxies , το 1ο μέλος !!! Καλώς ωρίσατε!


Όταν ήμουνα μικρή, η παρέλαση ήτανε, για μένα, ένα πανηγύρι.  Ερχότανε η ημέρα της 28ης Οκτωβρίου, και κατεβαίναμε όλοι στην κάτω την λεωφόρο και χειροκροτούσαμε τα παιδιά που έκαναν παρέλαση.  Τον αδελφό μου, τα ξαδέλφια μου, τα άλλα παιδιά...


Η παρέλαση, τότε...

Τότε, λοιπόν,  όλη η πόλη μας κατέβαινε στην παρέλαση. Για να βρεις μια καλή θέση και να βλέπεις καλά, έπρεπε να πας από νωρίς.   Εμείς, τα μικρότερα παιδιά, κάποιες φορές κρατούσαμε και μικρές Ελληνικές σημαίες που τις κουνούσαμε με χαρά, αλλά, και παίζαμε μαζύ τους. Τι παιδιά θα ήμασταν άλλωστε!!! 

Παρέλαση τώρα... 
Κι εγώ, ανυπομονούσα να μεγαλώσω και να κάνω  παρέλαση. Ζήλευα γι' αυτό τον μεγάλο μου αδελφό και τα ξαδέλφια μου. Ευτυχώς, όμως, δεν άργησε να έρθει εκείνη η ημέρα... 

Όταν πήγα στο Δημοτικό, και μάλιστα στην Α' τάξη του Δημοτικού, έκανα την πρώτη μου παρέλαση.  Ήτανε κάτι πολύ σοβαρό για μένα... Απολάμβανα αυτά τα λίγα μέτρα της δόξας μου...ή τέλος πάντων... και τα λίγα μέτρα και της δόξας των πολεμιστών που πολέμησαν για να είμαι εγώ ελεύθερη. 

Έκανα βήμα στην παρέλαση καμαρωτή- καμαρωτή και όπως μας είχε πει ο κύριος, περπατούσα με ίσια το κεφάλι και δεν κοιτούσα ούτε δεξιά ούτε αριστερά.  Μάλιστα, όταν μου φωνάζανε οι γειτόνισσες ή η θεία μου: "Λαμπρινή, Λαμπρινή", εγώ δεν τους κοιτούσα... Πρόσεχα, μόνον, να έχω καλό βήμα... 

Παρέλαση με βήμα καμαρωτό... 

Τότε, ήτανε, που φορούσαμε μπλε φούστα και λευκό πουκαμισάκι. Τότε, ήτανε  που η κυρία Ευαγγελία είχε φτιάξει τον όμορφο κότσο της και την θυμάμαι από μία φωτογραφία... τότε, ήτανε, που ντυνόσουν καλά για να κατέβεις στην παρέλαση και να την παρακολουθήσεις.  Τότε... όταν ήμουνα στον κόσμο μου...

Και να... Μεγάλωσα... Ναι... Και τελείωσα το σχολείο και πήγα στην παρέλαση και πάλι σαν θεατής, όπως όταν ήμουνα μικρό κορίτσι... και τότε είδα... 

Γκρι χρώματα...

Και τι δεν είδα... Είδα τις μαθήτριες να φοράνε παντελόνια, είδα σκουλαρίκια στα αγόρια με το μαλλί σαν κοκκοράκι... Είδα γκρι χρώματα στην παρέλαση.  Είδα είδα... Κι εγώ...αφού ήμουνα στον κόσμο μου... Σοκαρίστηκα... 

Παρέλαση στην άλλη λεωφόρο...

Γιατί, τώρα πια, κάναμε την παρέλαση στην άλλη λεωφόρο... Η απόσταση έχει τόσο λιγοστέψει, που μέχρι να αρχίσουν τα παιδιά την παρέλαση, αυτή τελείωνε... 

Τώρα, πια, ο κόσμος ήτανε όλο και λιγότερος... Υπήρχανε άραγε άνθρωποι που δεν κατέβαιναν καν στην παρέλαση;;... Μου φαινότανε απίθανο... Κι όμως.  Τους έβλεπα στα μπαλκόνια τους, όταν γύριζα στο σπίτι. 

Τώρα, πια, το χειροκρότημα είχε λιγοστέψει και τα χέρια μας δεν μας πονούσαν  από αυτό... Τώρα, πια...

Τώρα, σήμερα ... όλα αυτά συμβαίνουν.  Τώρα που εγώ είμαι στον κόσμο μου... Τι να κάνω;... Αυτή είμαι!



Lamprini Tolmi...


Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2013

5. το φεγγάρι...


Το φεγγάρι μου... 

 Μέσα από τα σύννεφα, το φεγγάρι,  που λάμπει σαν σπίθα φωτός... 

 Με πηγαίνει στον κόσμο μου... Έτσι... εγώ κι ο κόσμος μου...


Ο πραγματικός μου, όμως, κόσμος... 

 Ο κόσμος της ομορφιάς...

 Του παράξενου... και του ωραίου... 

Ο δικός μου κόσμος... Καλώς ήλθατε σε αυτόν... 

Lamprini Tolmi...

Υ.Γ. : Οι φώτο... δικές μου...






Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2013

4. Ο γάιδαρος...


Ήταν ένας γάιδαρος, με μεγάλα αυτιά...

Ήταν ένας γάιδαρος... 

Τον είχε η θεια μου στο χωριό.  Τα χρόνια, όμως, είχαν περάσει.  Δεν ήμουν πια το μικρό κοριτσάκι, που ανέβαινε στα γαϊδουράκια.  Είχα μεγαλώσει και τα πράγματα είχαν αλλάξει.
Όταν όμως είδα τον γάιδαρο, θυμήθηκα τα παιδικά μου χρόνια, τότε που ανέβαινα στα γαϊδουράκια με άνεση... Στο χωριό, βεβαίως...

 Αγανακτισμένος γάιδαρος... 

 Τι όμορφα χρόνια που ήτανε.  Θέλοντας να ξαναζήσω αυτές τις στιγμές, είπα στην θεια μου να ανέβω στον γάιδαρο.  Όμως, ήτανε λίγο αργά.  Η θεια μου μού είπε ότι ο γάιδαρος δεν αντέχει, είναι και λίγο κουτσός και τέλος πάντων, δεν θα μπορέσω να τον καβαλήσω.  Εγώ, όμως, στον κόσμο μου.  Επέμενα και έγινε το δικό μου.

Ανέβηκα , λοιπόν, πάνω στο γαϊδαράκο και περίμενα να γίνω... τι άλλο;... Μία αμαζόνα.  Κάτι σαν καουμπόης...όμως...

Ανέβηκα!!! ...Αλλά...

Ο καημένος ο γαϊδαράκος είχε άλλη γνώμη....

Με το που έκανε κάποια βήματα... φάνηκε ότι ήτανε ανήμπορος.  Δεν μπορούσε  να συνεχίσει κανονικά.  Κούτσαινε, όπως ακριβώς είχε πει η θεια μου.

Εγώ στην αρχή, έκανε την γενναία... Δεν κατέβηκα από το γαϊδαράκο, αμέσως.  Έκανα λίγο υπομονή και συνέχισα να κάνω την αμαζόνα.  Όμως, αν και ήμουν στον κόσμο μου, δεν άντεξα.  Μετά από λίγο,  και αφού διαπίστωσα ότι δε πήγαινε άλλο η κοινή μας πορεία με τον γάιδαρο, είπα στην θεια μου να κατέβω κάτω...

Ο Ήφαιστος επί όνου (πάνω στο γαϊδουράκι... )

Είχα τόσο πολύ τρομάξει, που το παραδέχτηκα. Δεν μπορούσα να συνεχίσω να είμαι αδιάφορη πάνω στο κουτσό ζώο.  Ήταν τόσο έντονο το τράνταγμα πάνω στην σέλα του που φοβήθηκα μην πέσω κάτω...

Έτσι... η εποχή που ήμουν αμαζόνα, είχε περάσει ανεπιστρεπτί... Τώρα μόνον με το ... αυτοκίνητο θα πηγαίνω..και αν...

Με το αυτοκίνητο τώρα...

Lamprini Tolmi...


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...