Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

16. Η Μεγάλη Πέμπτη... και ο παππούς μου...


Μεγάλη Πέμπτη ήτανε η μέρα που κοινωνούσαμε για το Πάσχα.


 
Μεγάλη Πέμπτη

 Νηστεύαμε πολύ αυστηρά τις προηγούμενες μέρες και κοινωνούσαμε Μεγάλη Πέμπτη πρωΐ.  Μεγάλη πεινα και είχαμε και την μαμά να φτιάχνει κουλουράκια τις προηγούμενες μέρες και.. αυτό  μας έπεφτε λίγο βαρύ.  Τέλος πάντων...

Ώσπου έφθανε η μέρα της Μεγάλης Πέμπτης.  Επιτέλους, τέρμα στην νηστεία.  Θα βάζαμε τα καλά μας τα παπουτσάκια, τα καλά μας τα ρουχαλάκια και θα πηγαίναμε στην Εκκλησία.  Εκεί γινόντουσαν δύο λειτουργίες, μία για τους εργαζομένους, κατά τις 6 το πρωΐ, και μία για τους υπολοίπους.   Ο ιερέας εκείνη την μέρα κοινωνούσε ώρες... 

Εμείς πηγαίναμε στην πρώτη λειτουργία, νωρίς νωρίς. Ξυπνούσαμε, ντυνόμασταν με τα καλά μας ρουχαλάκια και κάναμε το εξής τελετουργικό: πηγαίναμε να πάρουμε την ευχή του παππού μας.  Ο παππούς ήτανε, συνήθως, στο καμαράκι του, χτυπάγαμε την πόρτα και του ζητούσαμε την ευχή του. 

Μας έδινε την ευχή του κι εγώ κι ο αδελφός μου, μεγάλα παιδιά ήμασταν πια, παίρναμε τον δρόμο για την Εκκλησία.  Η διαδρομή ήτανε λίγο μεγάλη.  Η Εκκλησία δεν ήτανε και πολύ κοντά μας, θα ήτανε ένα τέταρτο δρόμο.  Εκεί θα βρίσκαμε πολύ κόσμο που έφθανε ως έξω, ως τα σκαλιά... Περίμενε στην ουρά για να κοινωνήσει.

Πολύς κόσμος, αλλά ωραίες στιγμές!   Κάποια στιγμή θα κοινωνούσαμε κι εμείς και θα γυρίζαμε πίσω στο σπίτι.   Και τι θα αγοράζαμε στον δρόμο, από τον φούρνο της γειτονιάς, για να χορτάσουμε την πείνα μας;  Ένα κουλούρι.  Ένα θεσσαλονικιώτικο κουλούρι,  που θα το τρώγαμε με μεγάλη όρεξη, μιας που ήμασταν... νηστικοί... 

Θεσσαλονικιώτικο κουλούρι... Τι να πεις;...

Ναι, ξέρω...  εγώ κι ο κόσμος μου... Αντί να αγοράσουμε, να αγοράσω μία...μμμ... σπανακόπιτα... ένα... ο,τιδήποτε τέλος πάντων που θα ήτανε αρκετό για να χορτάσω την πείνα μου... αγόραζα ένα απλό κουλούρι...  Τι να πεις;... 


Καλό Πάσχα νάχουμε... με υγεία!!! 

Καλό Πάσχα!!!

Lamprini Tolmi...




Τετάρτη 2 Απριλίου 2014

15. Η κυρα-Βάσω... και τα σαντέ της...


Η  κυρα-Βάσω... και τα σαντέ της... 

Σαντέ, τσιγάρα...

"Ένα πακέτο σαντέ", έλεγα, όποτε ψώνιζα για την κυρα-Βάσω.  Εκείνη μου ζητούσε να της πάρω τσιγάρα, από τον τρίτο όροφο που έμενε, και πετούσε τα χρήματα, κάτω, για να ψωνίσω.  Κι εγώ έτρεχα στο ψιλικατζίδικο της γειτονιάς για να της αγοράσω τα σαντέ της. Τι όμορφο πακέτο!  Σαντέ φίλτρο, κασετίνα έπαιρνε και εμένα μου άρεσε να χαζεύω το όμορφο πρόσωπο στο κατακόκκινο πακέτο της.  Αργότερα έμαθα ότι σαντέ σημαίνει "υγεία" στα Γαλλικά.   Εγώ κι ο κόσμος μου, δεν είπαμε;  Καμμία σχέση η υγεία με το τσιγάρο...

Η κυρα-Βάσω ήταν μία ψηλή γυναίκα, αρχοντογυναίκα όπως θα λέγαμε, που έμενε στην γειτονιά μου.  Ήταν ξανθιά και όμορφη.  Ήταν παντρεμένη με τον κυρ- Αντρέα και δεν είχανε παιδιά.  Τουλάχιστον έτσι νόμιζα, γιατί δεν είχα δει ποτέ παιδιά να πηγαινοέρχονται στο σπίτι της.  Και μέναμε καιρό μαζύ, και την ήξερα καιρό στην γειτονιά.

Μετά από χρόνια πολλά, ήρθε ένα απ' τα παιδιά της να ζήσει στο σπίτι της, στην γειτονιά μας, στο σπίτι της μητέρας του.  Κι όταν έφυγε κι αυτός απ' την ζωή, ερήμωσε το σπίτι.

Ερήμωσε το σπίτι...

Ο κυρ Αντρέας, αφού έχασε την γυναίκα του, έκανε μοναχικούς περιπάτους στην πόλη μου, με το καλό του το κοστούμι.  Έζησε κάποια χρόνια μετά την σύζυγό του.  Μας χαιρετούσε εμάς τα παιδιά και τον χαιρετούσαμε.  Τόσο απλά.  Μου άρεσε που ήταν πάντα καλοντυμένος.  Ξεχώριζε ανάμεσα στους ανθρώπους της γειτονιάς μου.  

Κάποτε, έμαθα ότι είχε, παληά, χασάπικο.  Αλήθεια, τι μαθαίνει κανείς καθώς κυλάει η ζωή...  Μάλιστα, έμαθα ότι είχε "παίξει" και σε μια Ελληνική ταινία.  Τον εαυτό του!... Θα τον δείτε, ίσως, κάποια στιγμή, αν προσέξετε σε ένα Ελληνικό, όπου παίζει ο Αυλωνίτης, και πηγαίνει σε ένα χασάπικο.  Ονομάζει κυρ - Αντρέα τον χασάπη.  Αυτός είναι ο κυρ-Αντρέας της γειτονιάς μου.  Ο σύζυγος της κυρα -Βάσως με τα σαντέ.

"Ένα πακέτο σαντέ, παρακαλώ... Σαντέ κασετίνα..."


"Γεια σου, κυρα-Βάσω, γεια σου κυρ-Αντρέα..."





Lamprini Tolmi...


Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014

14. H Ρένα... Η Ρένα μου... αφιερωμένο στην νέα μπλογκοφίλη: rena. Καλώς την!!


Η Ρένα μου... Η Ρένα μου.... Την είδα τις προάλλες. Μετά από είκοσι; Εικοσιπέντε;... (Ποιος ξέρει; Ποιος θυμάται;) χρόνια!!!... Και τι χαρά!!!!  Η καρδιά μου χτύπησε τόσο δυνατά! 

 Η Ρένα... η Ρένα μου... !!! Η καλή μου φίλη!!  Η φίλη της γειτονιάς μου!!  Η φίλη μου. Η αγάπη μου!!...

Ερχόμουν με το αυτοκίνητο από δουλειά.  Έφθασα στην γειτονιά μου και κοιτούσα πού να το παρκάρω.  Τότε την είδα!!!   Έβγαινε από το πατρικό της σπίτι, φορώντας ένα μπουφάν και κρατώντας ένα κράνος.   Είχε τα μαλλιά της ξανθά, σγουρά και πλούσια, και μακρυά.  

 H Ρένα μου...

Δεν την γνώρισα.  Πού να την γνωρίσω μετά από τόσα χρόνια!  Σκέφτηκα, όμως: "Έχε γούστο!"  Πλησίασε στην μηχανή της που την είχε παρκάρει απέναντι από το σπίτι μου.   Έπρεπε να δράσω γρήγορα, πριν μου φύγει.

 
Είχε παρκάρει την μηχανή...


Ανοίγω το παράθυρο του αυτοκινήτου και την ρωτάω με επιφύλαξη: "Είσαι η Ρένα;" "Ναι," μου λέει. "Είμαι η Λαμπρινή!!!" της λέω.

Για πότε βγήκα έξω, για πότε την αγκάλιασα, για πότε την φίλησα!!!  "Τι κάνεις;" την ρώτησα γεμάτη ενθουσιασμό.  "Δεν σε γνώρισα"  "Πού να με γνωρίσεις," μου είπε.  "Μεγάλωσα"  "Κι εγώ μεγάλωσα" της είπα.  "Τα παιδιά καλά;" την ρώτησα.  "Όλα καλά", μου είπε.  "Εσύ;  Οι δικοί σου;  Ο Νίκος;"...

Και της απάντησα...   

Η καρδιά μου πήγε να σπάσει... Τι συγκίνηση, τι αναμνήσεις ξεπήδησαν από μέσα μου!  Μέσα σε δευτερόλεπτα όλη η κοινή ζωή μας, ως φίλες που ήμασταν στα παιδικά μας χρόνια, ήτανε εκεί...  Αλλά... εγώ στον κόσμο μου!!!  Κι η ζωή είναι σκληρή... και δεν είχαμε τον χρόνο που θα θέλαμε...  Δεν πρόλαβα να χαρώ τις στιγμές μας... 

Ένα αυτοκίνητο ήρθε πίσω από το δικό μου και μας έκοψε την κουβέντα.  (Αλήθεια, θα μπορούσαμε να μιλούσαμε ώρες!!... ) Του κλείναμε τον δρόμο.  Έπρεπε να πάρω το αυτοκίνητό μου για να φύγει.... Οι στιγμές μας τελειώνανε... Έπρεπε να δράσω γρήγορα...

Της έπιασα, απαλά, με τα δυο μου χέρια το πρόσωπο, και της είπα με όλη μου την χαρά, μετά από τόσο καιρό που είχα να την δω,  και με όλη μου την αγάπη! "ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ!!!" ... 

Οι στιγμές μας... τελειώσανε!

Δεν προλάβαινα να πω τίποτε άλλο...  Μπήκα στο αυτοκίνητο και έφυγα.  Πήγα να το παρκάρω.


 
Πήγα να το παρκάρω...

Η Ρένα, πήγε στην μηχανή της κι έφυγε κι αυτή, και χαθήκαμε, για άλλη μια φορά!

Μετά από τόσα χρόνια λίγα δευτερόλεπτα ήταν αρκετά να κάνουν να φουντώσουν οι αναμνήσεις.... 

Η Ρένα, η φίλη μου...

Μετά από πόσο καιρό !!!  Άραγε θα την ξαναδώ;...  Ποιος ξέρει;...


Lamprini Tolmi... 

 Y.Γ. Οι φώτο είναι από το Ίντερνετ...


Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2014

13. H γιαγιά μου η Γιωργίτσα ... και η μπουγάδα...


Τι να πω... πώς να αρχίσω;... Μμ... τέλος πάντων.. πάμε... 
1 Δεκ 2013 Η γιαγιά μου η Γιωργίτσα.  

η γιαγιά...

Άργησα να καταλάβω τι συγγένεια, ακριβώς, είχαμε.  Αυτό το "γιαγιά" με μπέρδευε. Κάποτε συνειδητοποίησα, επιτέλους,  κι έμαθα, ότι ήταν η αδελφή της γιαγιάς μου.  Πώς λες πράγματα μικρός χωρίς να γνωρίζεις τι σημαίνουν;  Ε, αυτό έγινε με την γιαγιά την Γιωργίτσα... Είπαμε, εγώ κι ο κόσμος μου....


η γιαγιά...

Τέλος πάντων, την θυμάμαι να κάθεται στην καρέκλα της,  νωχελικά, με τα μαλλιά της τα λευκά, μαζεμένα  κότσο και να φοράει την ρόμπα της.  Κλασσική εικόνα γιαγιάς.   Όταν μάλιστα φτερνιζότανε έλεγε: "Σκάσε"!!! Και το έλεγε και δυνατά κι έμενα μου κακοφαινότανε.  Άκου, σκάσε!!!... Αφού φτερνίζεται, τι άλλο μπορεί να κάνει;  Είναι φυσικό το φτέρνισμα. 

Τελευταίως, μάλιστα, η μητέρα μου  άρχισε να υιοθετεί αυτό το "σκάσε"  και  να μου θυμίζει την γιαγιά.  Εκπληκτικό!!!   Και της το λέω μάλιστα.  "Μαμά, μοιάζεις με την γιαγιά την Γιωργίτσα όταν λες "σκάσε"..."  Έτσι είναι, λες κι η γιαγιά "ζει" μέσα από αυτήν την φράση της μαμάς μου...

Το μπαλκόνι...

Τα σπίτια μας, λοιπόν, για να πάμε πάλι πίσω στον χρόνο, ήτανε ακριβώς απέναντι. Το μπαλκόνι της έβλεπε στην ταράτσα μας.  Η γιαγιά, όποτε έβγαινα να απλώσω τα ρούχα, και τύχαινε νάναι στο μπαλκόνι της, άρχιζε: 


 Το άπλωμα...

 "Να τα απλώνεις με τάξη, όχι όπως θες.  Τα ασπρόρουχα μαζύ, τα χρωματιστά μαζύ.  

 
Τα χρωματιστά...


Να τα απλώνεις όμορφα.  Nα μην τα απλώνεις την νύχτα, να μην  είναι στραβά τα ρούχα για να στεγνώνουν σωστά".

Εγώ, α, εγώ... είπαμε:  εγώ κι ο κόσμος μου.   Δεν την άκουγα, κι όχι μόνον αυτό, νευρίαζα από πάνω και δεν ήθελα να μου κάνει παρατηρήσεις.  Μα, δεν μου τις έκανε μία φορά.  Όποτε τύχαινε να είναι στο μπαλκόνι της, με τρέλλαινε.  

Η ταράτσα...

Βέβαια, αυτά είναι δικαιολογίες.  Απλώς εκείνη την εποχή, δεν ανεχόμουνα παρατηρήσεις.  (Λες κι ανέχομαι τώρα, τέλος πάντων, δεν είναι αυτό το θέμα μας.... )... 

Μιλούσε, λοιπόν, η γιαγιά... στον βρόντο.  Δεν την άκουγα συνειδητά κι έκανα το δικό μου.  Ώσπου πέρασαν τα χρόνια κι άλλαξα... Ακούω, πια, την γιαγιά μου την Γιωργίτσα, την μεγάλη αδελφή της γιαγιάς μου (καιρός ήτανε) κι απλώνω, τα ρούχα με τάξη.  Και δεν μπορώ να κάνω κι αλλιώς.  Έτσι είμαι τώρα. Τα λόγια της, έπιασαν τόπο. 

Με τάξη...

 Καιρός ήτανε... 


Lamprini Tolmi...

Υ.Γ.  Η γιαγιά μου έφυγε από αυτήν την ζωή όταν ήμουνα αρκετά μεγάλη.  Μία γειτόνισσα, η κυρα-Βαγγελιώ, μου  το ανήγγειλε, ενώ σκούπιζε το πεζοδρόμιό της:  "Ξέρεις, Λαμπρινή, η γιαγιά σου η Γιωργίτσα, συγχωρέθηκε." ... 

 Κι αυτήν την φράση έκανα καιρό να την καταλάβω.  Η γιαγιά... μου δημιουργούσε ακόμα, πολλές απορίες... κι είπαμε κιόλας: εγώ κι ο κόσμος μου!!!...  Ο Θεός να την 'σχωρέσει...

Υ.Γ. 2 οι φώτο... είναι  από το γκούγκλ...


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...